(Ο Ιωάννης συνεχίζει να διηγείται…)
Και είδα έναν καινούργιο ουρανό και μια καινούργια γη επειδή, ο πρώτος ουρανός και η πρώτη γή παρήλθε, και η θάλασσα δεν υπάρχει πλέον. Και εγώ ο Ιωάννης είδα την άγια πόλη, την καινούργια Ιερουσαλήμ, που κατέβαινε από τον Θεό, από τον ουρανό, ετοιμασμένη σαν μια νύφη στολισμένη για τον άνδρα της. Και άκουσα μία μεγάλη φωνή από τον ουρανό, που έλεγε. Να η σκηνή του Θεού μαζί με τους ανθρώπους, και θα σκηνώσει μαζί τους, κι αυτοί θα είναι λαοί του, και ο ίδιος ο Θεός θα είναι μαζί τους ο Θεός τους. Και ο Θεός θα εξαλείψει κάθε δάκρυ από τα μάτια τους, και ο θάνατος δεν θα υπάρχει πλέον, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος δεν θα υπάρχουν πλέον, επειδή τα πρώτα παρήλθαν.
Κι αυτός που κάθεται επάνω στον θρόνο είπε. Να, κάνω καινούργια τα πάντα. Και μου λέει. Γράψε επειδή, αυτά τα λόγια είναι αληθινά και πιστά. Και μου είπε. Πραγματοποιήθηκε, εγώ είμαι το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος. Εγώ θα δώσω σ’ αυτόν που διψάει από την πηγή του νερού της ζωής δωρεάν. Αυτός που νικάει θα κληρονομήσει τα πάντα, και θα είμαι σ’ αυτόν Θεός , κι αυτός θα είναι σε μένα γιός. Ενώ οι δειλοί και άπιστοι και μολυσμένοι με βδελύγματα και φονιάδες και πόρνοι και μάγοι και ειδωλολάτρες, και όλοι οι ψεύτες, θα έχουν την μερίδα τους μέσα στη λίμνη που καίγεται με φωτιά και θειάφι, αυτός είναι ο δεύτερος θάνατος.